Η Βενεζουέλα του Τσάβες Εκτύπωση E-mail
23.07.07

thumb_ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ-ΤΗΣ-ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ-ΠΡΩΣχέδιο για το σοσιαλισμό στον 21ο αιώνα;

 

Σάσα Χασάπη

 

Στις προεδρικές εκλογές του Δεκέμβρη του 2006 στη Βενεζουέλα 7.162 εκατομμύρια άνθρωποι έδωσαν την ψήφο τους στον Ούγκο Τσάβες, ανακηρύσσοντάς τον για τρίτη φορά πρόεδρο της χώρας. Το ποσοστό άγγιξε σχεδόν το 63%, το μεγαλύτερο ποσοστό στις ώς τώρα εκλογικές νίκες του. Την πρώτη φορά που εξελέγη πρόεδρος (1998) είχε πάρει το 56%, ενώ στην πρώτη επανεκλογή του (2000) έφτασε στο 60%.

thumb_ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ-ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ-ΣΤΗ-Β

Χιλιάδες Βενεζουελανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν την επανεκλογή του Τσάβες.

«Όσοι με ψήφισαν, ψήφισαν για ένα σοσιαλιστικό σχέδιο, για να χτίσουμε μια εντελώς διαφορετική Βενεζουέλα. Ο δρόμος αυτής της δημοκρατίας είναι επαναστατικός, είναι μια δημοκρατική επανάσταση, μια κοινωνική επανάσταση, μια πολιτική και οικονομική επανάσταση» δήλωσε ο ίδιος μετά την εκλογική του νίκη.


Η συζήτηση που ξανανοίγει στην Αριστερά μετά την εκλογική νίκη του Τσάβες είναι το αν στη Βενεζουέλα (μια χώρα που τα τελευταία χρόνια με συνεχείς κινητοποιήσεις αντιστέκεται επιτυχώς στις επιθέσεις της ντόπιας αστικής τάξης και των ΗΠΑ) η κυβέρνηση Τσάβες και το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα πραγματικά δείχνουν το δρόμο για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό «του 21ου αιώνα».

 

Ταξική πάλη


Η πολιτική σύγκρουση στο εσωτερικό της Βενεζουέλας υφίσταται ανάμεσα στο κομμάτι που υποστηρίζει τον Τσάβες και το σχέδιό του «για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» και στη δεξιά αντιπολίτευση, που εκπροσωπεί τα συμφέροντα της ντόπιας ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού στην περιοχή.


Η αφετηρία αυτής της αντιπαράθεσης είναι ο ξεσηκωμός του κόσμου το 1989 ενάντια στα νεοφιλελεύθερα μέτρα του σοσιαλδημοκράτη C. A. Perez, τον οποίο είχε επιβάλει το ΔΝΤ, και η στρατιωτική εξέγερση που επιχείρησε ο Τσάβες ενάντια στην παραπάνω κυβέρνηση το 1992. Και τα δύο γεγονότα τον ανέδειξαν ως εκφραστή της οργής των μαζών ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Για το λόγο αυτόν το 1998 κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος της χώρας, υποστηρίζοντας κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και ένα προοδευτικό για το πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας σύνταγμα.


Η αντιπαράθεση του κόσμου με τη δεξιά αντιπολίτευση συνεχίστηκε σε κρίσιμες περιόδους. Τον Απρίλιο του 2002 επιχειρήθηκε ανακατάληψη της εξουσίας από τη Δεξιά, με πραξικόπημα ενάντια στην κυβέρνηση Τσάβες. Το Δεκέμβρη του 2002 τα αφεντικά των πετρελαϊκών εταιρειών πραγματοποίησαν λοκ-άουτ, και τον Αύγουστο του 2004 αποπειράθηκαν να απομακρύνουν τον Τσάβες από την εξουσία με δημοψήφισμα(1).


Σε κάθε κρίσιμη αντιπαράθεση η ήττα της δεξιάς αντιπολίτευσης δεν στηρίχτηκε στην πολιτική του Τσάβες, αλλά στην εκπληκτική μαχητικότητα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που παλεύουν να κλείσουν το δρόμο της Δεξιάς προς την εξουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μετά το πραξικόπημα του 2002, ο Τσάβες κάλεσε τη Δεξιά να συνεργαστεί με την κυβέρνηση, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την επόμενη επίθεσή της το χειμώνα του 2002-2003.

Εθνικοποιήσεις


Στη σημερινή συγκυρία, κέντρο της αντιπαράθεσης μεταξύ του «τσαβικού» στρατοπέδου και της αντιπολίτευσης είναι το πρόγραμμα εθνικοποιήσεων που έχει επιταχυνθεί από το Δεκέμβρη, οπότε επανεξελέγη πρόεδρος ο Τσάβες, και συνδέεται με τις εργατικές και λαϊκές διεκδικήσεις. Όπως είπε ο ίδιος χαρακτηριστικά, «όλα όσα ιδιωτικοποιήθηκαν, ας εθνικοποιηθούν».
Έναν μήνα μετά την επανεκλογή του, το Γενάρη του 2007, ο Τσάβες εξάγγειλε την εθνικοποίηση μεγάλων εταιρειών ενέργειας και τηλεπικοινωνιών και ανακοίνωσε ότι θα καταθέσει στο Κοινοβούλιο της χώρας νομοσχέδιο που θα προωθεί τις εθνικοποιήσεις. Τόνισε ότι η Βενεζουέλα πρέπει μέσα στο επόμενο διάστημα να «ανακτήσει τον έλεγχο της ιδιοκτησίας στους στρατηγικούς τομείς».
Η απόφαση της κυβέρνησης προκάλεσε αναστάτωση, όπως ήταν φυσικό, στα χρηματιστήρια της Βενεζουέλας, αλλά και ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής. Η μετοχή της CANTV, της εταιρείας τηλεπικοινωνιών, που ο Τσάβες χρησιμοποίησε ως παράδειγμα σε μια ομιλία του, κατρακύλησε κατά 36%, ενώ ανάλογη πτώση είχαν και οι μετοχές των μεγαλύτερων ιδιωτικών τραπεζών της χώρας. Πτωτικές τάσεις παρουσίασαν και τα χρηματιστήρια λατινοαμερικάνικων χωρών, όπως της Βραζιλίας και του Μεξικού.


Η δεξιά αντιπολίτευση δημαγωγεί για «κουβανοποίηση» της Βενεζουέλας, ενώ οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι όλες οι υπάρχουσες εμπορικές συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες πρέπει να γίνουν σεβαστές. «Έχουμε υπόψη τα αποτελέσματα των εθνικοποιήσεων σε άλλα μέρη του κόσμου, μπορούμε δε να πούμε ότι κατά κανόνα οι εθνικοποιήσεις δεν παράγουν τα προεξοφλούμενα οικονομικά αποτελέσματα» δήλωσε ο Γκόρντον Τζόντροου, μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ. Η αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ μέσω του εκπροσώπου του, Σιν Μακόρμακ, ήταν ότι «η συνταγή Τσάβες έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον και η Ιστορία έχει αποδείξει ότι δεν ωφελεί τον πληθυσμό».


Παρά τις αντιδράσεις, ο Τσάβες επικύρωσε νόμο βάσει του οποίου θα μπορεί να νομοθετεί με διατάγματα επί 18 μήνες (δηλαδή, θα είναι σε θέση να τροποποιήσει άμεσα έναν σημαντικό αριθμό νομοσχεδίων χωρίς να ακολουθήσει τα συνηθισμένα κοινοβουλευτικά κανάλια), έτσι ώστε να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες αλλαγές στους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς. Το μέτρο αυτό ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για την εθνικοποίηση της βιομηχανίας φυσικού αερίου και των ιδιωτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.


Τον Ιούνιο έληξε η άδεια λειτουργίας του Radio Caracas Television (RCTV), την οποία η κυβέρνηση της Βενεζουέλας αρνήθηκε να ανανεώσει. Ο Τσάβες, σε τηλεοπτική του ομιλία, επικαλέστηκε για την απόφασή του την «αντικυβερνητική προπαγάνδα» του RCTV, όπως και το ρόλο που έπαιξε στο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2002. Σε αντικατάσταση του RCTV, η κυβέρνηση σχεδιάζει ένα νέο κρατικό κανάλι, το TVES.


Επιπλέον, κλιμάκωσε την αντιπαράθεση με τις μεγάλες αλυσίδες διάθεσης τροφίμων, δηλώνοντας πως θα εθνικοποιήσει μεγάλα καταστήματα, αποθήκες και σούπερ μάρκετ, αν συνεχίσουν να πουλάνε κρέας και βασικά είδη τροφίμων σε τιμές που υπερβαίνουν την ανώτατη τιμή που έχει οριστεί από την κυβέρνηση.


Ανέστειλε την άδεια λειτουργίας μιας από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ που πουλούσε κρέας σε αυξημένες τιμές, ενώ μεγάλες ποσότητες αγαθών –που έμεναν κλεισμένα σε αποθήκες μέχρι να ανέβουν οι τιμές– κατασχέθηκαν και διατέθηκαν στις κρατικές υπεραγορές Mercal (που λειτουργούν στις φτωχογειτονιές και διαθέτουν τρόφιμα σε φτηνές τιμές).

Πετρέλαιο


Τη φετινή Πρωτομαγιά η κυβέρνηση Τσάβες ανακοίνωσε την αποχώρηση της Βενεζουέλας από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, τα οποία χαρακτήρισε «μηχανισμούς του ιμπεριαλισμού», που έχουν στόχο την εκμετάλλευση των φτωχών.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχολίασε την απόφαση αυτή, λέγοντας πως ο Τσάβες «σκάβει έναν λάκκο για το λαό του».
Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας έκανε την ανακοίνωση, καθώς χιλιάδες πολίτες εισέβαλλαν στις πετρελαιοπηγές που ελέγχονται από ξένες εταιρείες για να γιορτάσουν την εθνικοποίηση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων του Ορινόκου, τη μέρα του γιορτασμού της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Οι εργαζόμενοι στην πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας κατέλαβαν με πανηγυρισμούς τις εγκαταστάσεις πετρελαίου, φορώντας μπλουζάκια που πάνω τους αναγραφόταν το σύνθημα «ναι στην κρατικοποίηση».
Το διάταγμα για την αλλαγή του καθεστώτος εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών κοιτασμάτων μεταβιβάζει στην κρατική εταιρεία πετρελαίου PDVSA το 60% των μετοχών της γεώτρησης πετρελαίου στη λεκάνη του ποταμού Ορινόκου, στην οποία φημολογείται ότι υπάρχουν τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου τύπου heavy oil στον κόσμο και παράγει καθημερινά 600.000 βαρέλια πετρέλαιο.


Η πρόθεση του Τσάβες να εθνικοποιήσει τα κοιτάσματα του Ορινόκου αντιμετώπισε ισχυρή αντίδραση από τις ιδιοκτήτριες εταιρείες, τις αμερικάνικες Σεβρόν, Έξον Μόμπιλ και Κονόκο Φίλιπς, τη νορβηγική Στατόιλ, τη βρετανική BP και τη γαλλική Τοτάλ. Μέχρι σήμερα η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της χώρας γινόταν από τις παραπάνω εταιρείες, σε συνεργασία με τον κρατικό πετρελαϊκό όμιλο PDVSA.


Σύμφωνα με το διάταγμα, οι εταιρείες οφείλουν να αποδεχτούν τη δημιουργία κοινοπραξιών, μπορούν να παραμείνουν ως μειοψηφικοί εταίροι, ενώ οι 4.000 υπάλληλοί τους θα δουλεύουν για την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA.
Παρ’ όλα αυτά, η PDVSA θα παραμένει με γραφειοκρατική διεύθυνση – τον έλεγχο ασκεί το κράτος, χωρίς κανενός είδους έλεγχο από τους ίδιους τους εργάτες της πετρελαιοβιομηχανίας. Αυτό που στην πραγματικότητα διαφέρει είναι ο τρόπος με τον οποίο η PDVSA διαπραγματεύεται με τις εταιρείες που δουλεύουν μαζί της και που σήμερα έχουν γίνει συνεταίροι του κράτους. Οι καπιταλιστικές σχέσεις στα μέσα παραγωγής σε καμία περίπτωση δεν τίθενται σε αμφισβήτηση.(2)

Εξωτερική πολιτική


H κυβέρνηση Τσάβες είναι στο επίκεντρο της προσοχής της Ουάσινγκτον, καθώς αντιδρά στη δημιουργία της Ζώνης Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής (FTAA) που θέλει να επιβάλει η Ουάσινγκτον. Ο Τσάβες έχει προτείνει τρεις βασικές πρωτοβουλίες, με στόχο την αντίσταση στη FTAA και τη δημιουργία μιας «μπολιβαριανής περιοχής της Αμερικής»: την ενοποίηση των πετρελαϊκών επιχειρήσεων με μια κοινή διεύθυνση (Petrosur), τη σύσταση μιας τράπεζας αποθεματικών κεφαλαίων για όλη την ήπειρο (Bansur) και την ενδυνάμωση των εμπορικών συμφωνιών για τη δημιουργία μιας κοινής ηπειρωτικής αγοράς (Comersur).
Η αντίδραση των ΗΠΑ μέσω της Κοντολίζα Ράις γι’ αυτές τις πρωτοβουλίες ήταν ότι «ο Τσάβες αποτελεί μια επικίνδυνη απειλή για την ευρύτερη περιοχή».


Επιπλέον, η κυβέρνηση Τσάβες έχει ταχθεί ενάντια στο «σχέδιο Κολομβία» (που χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ για να εξαλείψουν την αντίσταση στην Κολομβία), έχει αρνηθεί τη στάθμευση αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος της Βενεζουέλας και είναι ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.


Επίσης, έχει διευρύνει τις εμπορικές σχέσεις και εξαγωγές πετρελαίου με χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Γαλλία. Επιδιώκει στενότερες σχέσεις με τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, έχει δημιουργήσει συμμαχία με την Κούβα, την οποία προμηθεύει με πετρέλαιο, ενώ έχει δηλώσει την πρόθεσή του να προμηθεύσει με φτηνό πετρέλαιο και τη νέα κυβέρνηση στη Νικαράγουα.
Αυτό που ο Τσάβες προσπαθεί να κάνει είναι μια ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ εξωτερική πολιτική, συγκροτώντας έναν αντίπαλο πόλο συμμαχιών. Τα παραπάνω συνιστούν μια ρήξη με την πολιτική των ΗΠΑ αυτήν τη στιγμή, αλλά σε καμιά περίπτωση μια συνολική αντιιμπεριαλιστική στρατηγική.

Κοινωνία


Τα έσοδα από την κρατική εταιρεία πετρελαίου χρηματοδοτούν τη δυνατότητα για αυξήσεις στις κοινωνικές παροχές. Το μερίδιο του ΑΕΠ που διατίθεται στις κοινωνικές παροχές αυξήθηκε από 7,83% σε 14,69%, ενώ η φτώχεια έπεσε από το 55% στο 34% του πληθυσμού. Ο Τσάβες, έτσι, μπορεί να αυξάνει τις δαπάνες για τα νέα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, τις λεγόμενες «αποστολές» (missiones), απαντώντας στις λαϊκές διεκδικήσεις. Σοβαρή προσπάθεια για εξάλειψη της πείνας γίνεται μέσα από τα παντοπωλεία στις γειτονιές, που παίρνουν επιχορήγηση από το κράτος.


Ιατρική περίθαλψη παρέχεται δωρεάν από Κουβανούς γιατρούς σε κλινικές, στις οποίες έχουν πρόσβαση 18 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή περίπου το 7% του πληθυσμού. Η εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής αφορά τους 1,5 εκατ. ενηλίκους. Υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και για τα φτωχά εργατικά στρώματα.


Ο κατώτερος μισθός είναι τώρα ο πιο υψηλός στη Λατινική Αμερική και φτάνει στα 286 δολάρια το μήνα. Οι ώρες εργασίας τη βδομάδα θα μειωθούν από 40 σε 36 ώς το 2010. Επιπλέον, η αγροτική μεταρρύθμιση παραχώρησε 8,8 εκατομμύρια στρέμματα γης σε φτωχές οικογένειες.


Όλα αυτά έγιναν εφικτά, παρά την εχθρότητα του ντόπιου κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών.(3)

Συνδικάτα


Μετά την εργοδοτική «απεργία» του 2002-2003, εμφανίστηκαν πολλά νέα συνδικάτα που αμφισβήτησαν το ρόλο της υπάρχουσας διεφθαρμένης Συνομοσπονδίας Εργατών Βενεζουέλας (CTV), η οποία έχει στενούς δεσμούς με τη δεξιά αντιπολίτευση. Δημιουργήθηκε μια νέα συνομοσπονδία, η Εθνική Ένωση Εργαζομένων (UNT), που ήταν αποτέλεσμα της νίκης των εργατών απέναντι στην εργοδοτική απεργία του 2002-2003 και που αποτελείται από τις μεγαλύτερες ομοσπονδίες που έφυγαν από τη CTV.
Η νέα αυτή συνομοσπονδία έχει πάνω από 2 εκατομμύρια μέλη, ενώ η εργοδοτική συνομοσπονδία συσπειρώνει κάποιες λίγες χιλιάδες εργαζομένων.


Σε συνέδριό της τον περασμένο Μάη, μεγάλο κομμάτι εργαζομένων που αναφέρεται σε αριστερές ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις που δρουν στο εσωτερικό της (όπως το Κόμμα Επανάσταση και Σοσιαλισμός, PRS) συγκρούστηκε με πιο μετριοπαθή τμήματα σε κεντρικά ζητήματα που αφορούν τους εργαζομένους, όπως τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, την εθνικοποίηση όλων των εγκαταλειμμένων εργοστασίων και τη λειτουργία τους υπό δημόσιο έλεγχο, την άρνηση πληρωμής του εξωτερικού χρέους κ.λπ. Τα ριζοσπαστικότερα κομμάτια της διεκδικούν την πιο προωθημένη κρατικοποίηση της οικονομίας και τον άμεσο έλεγχό της από τους εργάτες.


Η UNT δεν είναι ενάντια στη κυβέρνηση αυτήν τη στιγμή. Ασκεί, όμως, σκληρή κριτική σε αποφάσεις που θεωρεί ότι βλάπτουν τα συμφέροντα των εργαζομένων, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της εθνικοποιημένης χαρτοβιομηχανίας INVEVAL, που εγκαταλείφθηκε από τα αφεντικά και σήμερα λειτουργεί ως κοινοπραξία ανάμεσα σε κράτος και εργάτες. Η UNT είναι ενάντια σ’ αυτήν τη μορφή «αυτοδιαχείρισης», γιατί θεωρεί ότι μετατρέπει τους εργαζομένους σε συλλογικούς καπιταλιστές που θα έχουν στόχο τον ανταγωνισμό και το κέρδος, καθώς και γιατί αποδυναμώνει το ρόλο του σωματείου.


Σκληρή κριτική, επίσης, δέχτηκε η κυβέρνηση Τσάβες από τους εργαζομένους για την απόφαση για συνεχή υποτίμηση του νομίσματος, που ευνοεί τις τράπεζες, ή για την αποστολή μεγάλης ποσότητας πετρελαίου το 2005 στο Εκουαδόρ, στηρίζοντας την κυβέρνηση και σαμποτάροντας την απεργία των εργαζομένων εκεί.

Κόμματα και πολιτικές οργανώσεις – Η στάση της Αριστεράς


Τα κόμματα που υποστηρίζουν τον Τσάβες ελέγχουν εξ ολοκλήρου το Κοινοβούλιο (μετά την αποχή της αντιπολίτευσης από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές). Πρόσφατα ο Τσάβες πρότεινε την αυτοδιάλυση των υπόλοιπων κομμάτων και την ενοποίησή τους με τη δημιουργία ενός ενιαίου σοσιαλιστικού κόμματος, του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV).
Τα μεγαλύτερα από αυτά τα κόμματα είναι: «Κίνημα Πέμπτη Δημοκρατία» (που έχει τη συντριπτική πλειοψηφία και είναι άμεσα προσκολλημένο στον Τσάβες), «Για την Κοινωνική Δημοκρατία» (Podemos), «Πατρίδα για όλους». Και τα τρία πρέπει να θεωρούνται σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που δεν έχουν διάθεση να αντιπαρατεθούν με την αστική τάξη. Μεγάλο κομμάτι εργαζομένων, για το λόγο αυτόν, είναι εξαιρετικά δύσπιστο απέναντί τους. Τα δύο τελευταία κόμματα βλέπουν με δυσπιστία την απώλεια της πολιτικής τους αυτονομίας και την ένταξή τους στο κόμμα που προτείνει ο Τσάβες.


Όσον αφορά την Αριστερά, το μεγαλύτερο κόμμα είναι το Κ.Κ. Βενεζουέλας (PCV), που στις εκλογές παίρνει ποσοστό 2%. Θεωρεί πρωταρχικό καθήκον τον αντιιμπεριαλισμό, αναφέρεται στη σταλινική παράδοση και στα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», υποστηρίζει το κουβανέζικο μοντέλο οικονομίας και καταφέρεται εναντίον των άλλων αριστερών οργανώσεων που διαφοροποιούνται από τον παραπάνω προσανατολισμό. Πρόσφατα, σε έκτακτο συνέδριό του, αποφάσισε να αρνηθεί την αυτοδιάλυση για να συμμετάσχει στο νέο κόμμα που προτείνει ο Τσάβες, δηλώνοντας παράλληλα τη στήριξή του στην κυβέρνηση και «στο πρόγραμμά της για βαθιές αλλαγές με κατεύθυνση το σοσιαλισμό».


Υπάρχουν, ακόμα, αριστερές οργανώσεις και αριστερές συλλογικότητες, όπως τα «Κίνημα 13 Απρίλη» και «Σχέδιο για μια δική μας Αμερική», που κινούνται έξω από τη λενινιστική παράδοση και προωθούν μια αντίληψη κινηματικής δράσης έξω από κόμματα και οργανώσεις, οι οποίες όμως έχουν περιορισμένο ρόλο.

Επαναστατική Αριστερά


Αυτό που αξίζει μια εκτεταμένη αναφορά είναι το Κόμμα Επανάσταση και Σοσιαλισμός, που συστάθηκε το 2005, ως αποτέλεσμα της ανόδου της ταξικής πάλης των τελευταίων χρόνων, το οποίο έχει μεγάλη επιρροή μέσα στην UNT και αναφέρεται στο ρεύμα της επαναστατικής αριστεράς.


Ο Orlando Chirino, ηγετικό στέλεχος του Κόμματος Επανάσταση και Σοσιαλισμός (PRS), μέλος του σωματείου εργαζομένων στην πετρελαιοβιομηχανία και μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της UNT, εξηγεί τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες χτισίματος, στη σημερινή πολιτική συγκυρία στη Βενεζουέλα, ενός επαναστατικού κόμματος που θα παλεύει για το σοσιαλισμό, όπως είναι το Κόμμα Επανάσταση και Σοσιαλισμός(4):


«[…] η αποχή ήταν μια ανοιχτή απόρριψη των υπαρχόντων πολιτικών κομμάτων, αυτό ήταν μια σοβαρή εξέλιξη. Μέσα στους εργάτες υπάρχει έντονος προβληματισμός για το εγχείρημα ενός επαναστατικού κόμματος. Εξαιτίας της ισχυρής επιρροής του Τσάβες προκύπτουν δυσκολίες στη συζήτηση για την αναγκαιότητα χτισίματος ενός κόμματος ενάντια στο κόμμα του προέδρου. Το κόμμα του Τσάβες αντιμετωπίζεται αυτήν τη στιγμή από μεγάλο κομμάτι εργαζομένων ως απάντηση στη ταξική πάλη. Όμως, υπάρχει διαχωριστική γραμμή. Τα κόμματα που υπάρχουν δεν μπορούν να διαχωριστούν από το ρεφορμισμό και τη γραφειοκρατία. Το καινούργιο εργαλείο που χτίζεται πρέπει να προκύψει μέσα από τις διαδικασίες από τα κάτω, με τους εργάτες, τους κατοίκους στην ύπαιθρο, τις γυναίκες που προωθούν τα δικαιώματά τους. Αυτό που επιδιώκουμε είναι ένα επαναστατικό κόμμα, λενινιστικό, κόμμα δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Ποτέ πιο πριν δεν είχαμε μεγαλύτερη ευκαιρία για το χτίσιμο ενός επαναστατικού κόμματος από ό,τι αυτήν τη στιγμή στη Βενεζουέλα».

Συμπεράσματα – Κριτική


Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας συνεχίζει τις υποσχέσεις της για αλλαγή της κοινωνίας και έχει κάνει πραγματικές μεταρρυθμίσεις στην παροχή υπηρεσιών υγείας και παιδείας στον κόσμο. Έχει απαλλοτριώσει (κυρίως εγκαταλειμμένα από τους εργοδότες) εργοστάσια και τμήματα γης. Για το λόγο αυτόν έχει κερδίσει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργατών και των φτωχών, καθώς και της Αριστεράς. Παρ’ όλα αυτά, οι επιθέσεις της άρχουσας τάξης και των ΗΠΑ εναντίον της κυβέρνησης Τσάβες και οι κινητοποιήσεις των φτωχών, λαϊκών στρωμάτων οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής του. Οι μεταρρυθμίσεις στις οποίες έχει προχωρήσει κερδήθηκαν πρωταρχικά από τη δράση των μαζών στους δρόμους και κατόπιν επικυρώθηκαν κοινοβουλευτικά.
Αν και η πολιτική του Τσάβες έχει αποτέλεσμα να ανοίγει ξανά, με ευνοϊκούς για την Αριστερά όρους, η συζήτηση για το σοσιαλισμό και την ανατροπή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ως του μοναδικού μοντέλου οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, η πολιτική του επίσης συναντά αντιδράσεις από συνδικάτα εργαζομένων και πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς.
Οι εθνικοποιήσεις είναι ευπρόσδεκτη τομή σε σχέση με το τι γινόταν μέχρι σήμερα, αλλά δεν οδηγούν αυτόματα προς το σοσιαλισμό. Ενώ στην κρατική εταιρεία αλουμινίου οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μπορούν να εκλέγουν τα αφεντικά τους, ως κομμάτι της «συνδιαχείρισης», στην PDVSA οι εργαζόμενοι εκφράζουν παράπονα επειδή διευθυντές που συμμετείχαν στο εργοδοτικό lock-out είναι ακόμα στις θέσεις τους στην εταιρεία.


Οι εθνικοποιήσεις δεν σημαίνουν αυτόματα και δημοκρατία στη διαχείριση. Η κρατική εταιρεία πετρελαίου, ως μεγάλος παίκτης στη διεθνή αγορά, είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό, δηλαδή να προσπαθεί συνεχώς για αύξηση των κερδών της.
Επί πλέον, σε σχέση με την ντόπια αστική τάξη, αυτό που ο Τσάβες προσπαθεί να κάνει είναι να την αποδυναμώσει, αφαιρώντας της τη δυνατότητα να «αξιοποιεί» την κρατική εξουσία ή να ελέγχει την πληροφόρηση μέσω των ΜΜΕ. Η ιδιοκτησία, όμως, παραμένει άθικτη. Τον Ιούνιο ο ίδιος ο Τσάβες, μιλώντας σε μια συγκέντρωση υπεράσπισης της απόφασής του να μην ανανεώσει την άδεια στο αντιπολιτευόμενο τηλεοπτικό κανάλι RCTV, δήλωσε: «Δεν στοχεύουμε να εξαλείψουμε την ολιγαρχία, το έχουμε αποδείξει εδώ και 8 χρόνια».


Υποστηρίζουμε την κριτική των συνδικάτων και της Αριστεράς, αλλά επίσης στηρίζουμε τον Τσάβες απέναντι στις επιθέσεις της ντόπιας άρχουσας τάξης και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Σε μια περίοδο κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, είναι διεθνώς η μοναδική περίπτωση κυβέρνησης που προσπαθεί να απομακρυνθεί από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Πέρα απ’ αυτό, για μια ακόμα πιο αριστερόστροφη πορεία στις εξελίξεις στη Βενεζουέλα προς όφελος των εργατών, είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός ισχυρού πόλου της επαναστατικής Αριστεράς, που θα μπορεί να οργανώσει και να καθοδηγήσει τις κινητοποιήσεις των εργατών με στόχο την κατάληψη των μέσων παραγωγής, την ανατροπή του αστικού κράτους και την εγκαθίδρυση της πραγματικής εξουσίας των εργατών, της εργατικής δημοκρατίας.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ


(1) Claudio Katz, “A new center-left block in Latin America?” (το πλήρες άρθρο στο site του Κ. Κατζ, www.netforsys.com.claudiokatz)
(2) ISReview, Issue 46, March-April 2006, Americo Tabata, “Venezuela: an unconscious socialist revolution”.
(3) ISReview, Issue 54, July-August 2007, Lee Sustar, «Chavez and the meaning of twenty-first century socialism. Where is Venezuela going?».
(4) ISReview, Issue 47, May-June 2006, An interview with Orlando Chirino, “We have the right to move towards socialism”.



{σχολιάστε αυτό το άρθρο}
RSS comments

Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να γράψουν ένα σχόλιο.
Παρακαλώ κάντε login ή εγγραφείτε.

Powered by AkoComment Tweaked Special Edition v.1.4.4